Αέρια σε Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις – Η απειλή ενός αόρατου κινδύνου και οι τεχνολογίες ανίχνευσης
Τα αέρια είναι αόρατα και μερικές φορές ακόμα και άοσμα. Όμως οι ιδιότητες τους τα καθιστούν πολύ επικίνδυνα ορισμένες φορές για την ανθρώπινη ζωή. Τι πρέπει να κάνουμε για να αποφευχθούν ατυχήματα που σχετίζονται με τη χρήση αερίων στην βιομηχανία.
Του Αριστοτέλη Λυμπερόπουλου
H χρήση αερίων είτε ως καύσιμο μέσο είτε ως μέσο για την πραγματοποίηση διεργασιών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη σύγχρονη βιομηχανία. Σε ότι αφορά την πρώτη κατηγορία που αναφέραμε χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το φυσικό αέριο, το υγραέριο και το προπάνιο.
Σε ότι αφορά τη χρήση αερίων σε διεργασίες πολύ χαρακτηριστικά είδη αερίων που χρησιμοποιούνται είναι το διοξείδιο του άνθρακα CO, το οξυγόνο, το άζωτο σε αέρια μορφή, η ασετιλίνη. Επίσης ,μπορούν να χρησιμοποιούνται και μείγματα των παραπάνω αερίων. Η χρήση τους τόσο ως καύσιμο μέσο όσο και ως μέσο για την πραγματοποίηση κάποιων διεργασιών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και πραγματοποιείται είτε με τη μορφή κεντρικών δικτύων όπου τα αέρια αποθηκεύονται σε κεντρικές μεγάλες δεξαμενές είτε τοπικά με τη χρήση φιαλών.
Όμως η αναπόφευκτη επιλογή της χρήσης αερίων επιφέρει σε σημαντικές περιπτώσεις και κινδύνους. Αυτοί οι κίνδυνοι προφανώς και ποικίλουν ανάλογα με τη χρήση των αερίων, τον τρόπο αποθήκευσης αλλά και τις συγκεκριμένες συνθήκες του κάθε χώρου. Ως γενικό κανόνα θα πρέπει να θεωρούμε πάντα ότι η χρήση ενός αερίου είτε ως καύσιμο είτε ως μέσο διεργασίες επιφέρει και κάποιους κινδύνους, τους οποίους θα αναλύσουμε και στη συνέχεια. Οπότε στο πλαίσιο της ασφάλειας των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στις οποίες κυρίως χρησιμοποιούνται αέρια και ακριβώς λόγω των κινδύνων που επιφέρουν είναι σημαντική η έγκαιρη ανίχνευση πιθανών διαρροών η οποία θα επιτρέπει και την πρόληψη ατυχημάτων που συνδέονται με την ύπαρξη των αερίων. Η ανίχνευση των αερίων δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίζεται ως μια απλή νομική υποχρέωση για να είναι εναρμονισμένη η επιχείρηση με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο αλλά μια ουσιαστική παρέμβαση που θα αναβαθμίσει την ασφάλεια της εγκατάστασης αλλά και την προστασία των εργαζομένων αλλά και όσων κινούνται στους χώρους της.
Δυστυχώς το άρθρο αυτό, συμπίπτει με το συγκλονιστικό ατύχημα στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Βιολάντα στο οποίο πέντε άτυχες εργαζόμενες έχασαν τη ζωή τους χωρίς να έχουν καμία ευθύνη παρά μόνο επειδή βρίσκονταν στο χώρο εργασίας τους. Όμως δεν είναι μόνο αυτό το ατύχημα που έχει συμβεί σε επιχειρήσεις λόγω της διαρροής αερίων. Πριν κάποια χρόνια πραγματοποιήθηκε έκρηξη σε χώρο μαζικής εστίασης με αποτέλεσμα ένας τεχνικός να χάσει τη ζωή του. Μπορεί το ατύχημα να μην έγινε σε βιομηχανική εγκατάσταση αλλά δεν παύει να είναι ένα εργατικό δυστύχημα που έγινε λόγω της διαρροής αερίου σε χώρο που δεν έπρεπε. Τα δύο παραπάνω ατυχήματα δεν είναι τα μόνα που συνέβησαν λόγω ακριβώς της διαρροής αερίων. Αποτελούν απλώς κρίκοι σε μια αλυσίδα συμβάντων που θα πρέπει κάποια στιγμή να εξετάσουμε σοβαρά τα αίτια και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτά και να αναδείξουμε στρατηγικές και μέτρα που θα διακόψουν αυτή την αλυσίδα και θα εξαλείψουν τα δυστυχήματα αυτά με τις πολλαπλές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Δυο βασικές αιτίες
Διότι, επανερχόμενοι στο δυστύχημα που έγινε στις εγκαταστάσεις του εργοστάσιού Βιολάντα θα είχε ενδιαφέρον – εκτός τις πολεοδομικές παραβάσεις και τις άλλες αδειοδοτικές ελλείψεις – να εστιάσουμε στους δύο ουσιαστικούς λόγους που οδήγησαν στην πρόκληση του. Η πρώτη αιτία είναι όντως οι κακοτεχνίες που έγιναν κατά τη διάρκεια της κατασκευής των σωληνώσεων και οι οποίες επέτρεψαν τη διάβρωση τους και άρα την διοχέτευση προπανίου στο υπόγειο.
Η δεύτερη όμως ήταν η έλλειψη αποτελεσματικής ανίχνευσης που θα επέτρεπε τον τεκμηριωμένο εντοπισμό της διαρροής προπάνιου και άρα την δυνατότητα διόρθωσης του προβλήματος και αποτροπή του δυστυχήματος. Αναφέρουμε τεκμηριωμένη διότι και τώρα υπήρχαν παράπονα για οσμές που θύμιζαν προπάνιο αλλά ήταν ασαφείς και χωρίς να εντοπίζουν συγκεκριμένα το πρόβλημα με αποτέλεσμα εγκληματικά αδικαιολογήτως φυσικά οι υπεύθυνοι στρέφονται προς άλλες εξηγήσεις. Αναφέρουμε την εγκληματική αμέλεια των υπευθύνων διότι δεν αποτελεί προφανώς δικαιολογία ότι από τη στιγμή που υπάρχουν παράπονα για οσμές να μην γίνονται προσπάθειες εντοπισμού του προβλήματος.
Εδώ υπεισέρχεται και ο παράγοντας που προαναφέραμε ότι δεν αρκεί απλώς η τοποθέτηση κάποιων ανιχνευτών για τη νομοθετική εναρμόνιση της επιχείρησης αλλά απαιτείται η ουσιαστική παρέμβαση ώστε να είναι στο μέγιστο δυνατό βαθμό εφικτή η αποτροπή αυτών των περιστατικών. ).
Χρήση και Είδη των Αερίων
Για να εμβαθύνουμε όμως περισσότερο στο κεφάλαιο της ανίχνευσης των αερίων θα πρέπει πρώτα να χαρτογραφήσουμε την υφιστάμενη κατάσταση. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή είναι ευρεία η γκάμα των αερίων που χρησιμοποιούνται και για εντελώς διαφορετικές χρήσεις.
Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε κάποιες βασικές κατηγορίες είναι οι ακόλουθες:
Είδος χρήσης: Υπάρχουν αέρια που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα μέσα και αέρια που χρησιμοποιούνται ως μέσα διεργασιών σε διάφορους κλάδους. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως το φυσικό αέριο, το προπάνιο και το υγραέριο. Τι σημαίνει ότι χρησιμοποιούνται ως καύσιμο μέσο; Ότι είναι τα μέσα που δίνουν την απαραίτητη ενέργεια για την πραγματοποίηση καύσης σε ένα μηχάνημα που όλοι γνωρίζουμε με την ονομασία καυστήρα για την παραγωγή θερμότητας. Η παραγόμενη θερμότητα μπορεί είτε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο θέρμανσης κάποιου άλλου μέσου (συνήθως νερού). Χρησιμοποιούνται ευρύτατα στις οικιακές εγκαταστάσεις θέρμανσης αλλά και σε μεγαλύτερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις πάλι για την παραγωγή θέρμανσης στους χώρους αλλά και για την παραγωγή βιομηχανικού ατμού που είναι ένα μέσο το οποίο χρησιμοποιείται πολύ στη βιομηχανία.
Στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις για την παραγωγή του ατμού γίνεται χρήση των ειδικών μηχανημάτων που αποκαλούνται ατμογεννήτριες ή ατμολέβητες τα οποία και βάσει της νομοθεσίας που θα αναλύσουμε παρακάτω οφείλουν να βρίσκονται σε συγκεκριμένο χώρο με ειδικές προδιαγραφές.
Μπορούν όμως οι καυστήρες να χρησιμοποιούνται και ως μέσο παραγωγής θερμότητας για συγκεκριμένες βιομηχανικές διεργασίες όπως παραδείγματος χάρη στη χρήση βιομηχανικών φούρνων (όπως στην περίπτωση της Βιολάντα) ή άλλων εξοπλισμών που χρησιμοποιούνται σε άλλες περιπτώσεις όπως σε κουζίνες εστιατορίων ή εξοπλισμό για το ψήσιμο φαγητού που χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε εστιατόρια.
Η άλλη κατηγορία είναι τα αέρια που χρησιμοποιούνται σε διάφορου είδους διεργασίες. Παραδείγματος χάρη, υπάρχουν ειδικά αέρια που χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένες χρήσεις σε διάφορες βιομηχανίες όπως το οξυγόνο, το αέριο άζωτο, το υδρογόνο, το υπεροξείδιο του οξυγόνου. Στις χημικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες όλα τα παραπάνω αέρια χρησιμοποιούνται ως συμπλήρωμα σε συγκεκριμένες διεργασίες, για μεταφορά προϊόντων μέσω σωληνώσεων ή ακόμα και για τον καθαρισμό δεξαμενών και συγκεκριμένων χώρων όπως παραδείγματος χάρη το υπεροξείδιο του οξυγόνου. Η επικινδυνότητα στα συγκεκριμένα αέρια δεν εστιάζεται τόσο στην πιθανότητα πρόκλησης πυρκαγιάς αλλά κυρίως στην πιθανότητα έκρηξης ή εισπνοής από τους εργαζόμενους που βρίσκονται στους χώρους αυτούς με αποτέλεσμα την πρόκληση βλαβών στη σωματική τους ακεραιότητα.
Επίσης αέρια χρησιμοποιούνται και σε πολλές τεχνικές εργασίες όπως τις συγκολλήσεις. Εκεί συνήθως η χρήση τους γίνεται τοπικά, δηλαδή με φορητές φιάλες αλλά και πάλι ο κίνδυνος σε περίπτωση λανθασμένης χρήσης παραμένει πολύ μεγάλος.
Άλλη μια κατηγορία αερίων είναι η γνωστή μας κατηγορία ψυκτικών αερίων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ψύξης σε διάφορα μηχανήματα. Εδώ πάλι υπεισέρχονται κίνδυνοι για τους χειριστές και τους τεχνικούς που χειρίζονται αυτά τα αέρα αλλά και μεγάλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από πιθανές διαρροές. Επειδή τα ψυκτικά αέρια είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα τις τελευταίες δεκαετίες και η χρήση τους δεν γίνεται μόνο σε κεντρικές εγκαταστάσεις αλλά και σε όλα τα οικιακά μηχανήματα η χρήση και η διαχείριση των διαρροών πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανονισμούς κα πάντα από αδειοδοτημένους τεχνικούς.
Ένα άλλο κριτήριο για την ταξινόμηση των αερίων που χρησιμοποιούνται στις σύγχρονες βιομηχανικές εγκαταστάσεις είναι ο τρόπος αποθήκευσης και διανομής. Όπως προαναφέραμε υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες. Η κεντρική διανομή στην οποία συνήθως υπάρχει μια μεγάλη δεξαμενή στην οποία αποθηκεύεται το αέριο που χρησιμοποιείται και διανέμεται στις διάφορες τοπικές χρήσεις μέσω ενός δικτύου. Η δεύτερη κατηγορία είναι η χρήση φιαλών οι οποίες μεταφέρονται και τοποθετούνται συνήθως δίπλα στα τελικά σημεία χρήσης. Υπάρχει και μια Τρίτη κατηγορία στην οποία ανήκει το φυσικό αέριο ως καύσιμο μέσο και το οποίο διανέμεται συνήθως μέσω αστικών δικτύων στα διάφορα σημεία χρήσης. Εδώ και πάλι υπάρχει μια εξαίρεση καθώς το υγροποιημένο φυσικό αέριο διανέμεται πάλι μέσω φορτηγών στις εγκαταστάσεις των χρηστών στις οποίες υπάρχουν μεγάλες δεξαμενές και στις οποίες αποθηκεύεται για να διανεμηθεί μετά με τη χρήση ενός εσωτερικού δικτύου στα τελικά σημεία χρήσης. Μια αντίστοιχη προσέγγιση δηλαδή με εκείμη που χρησιμοποιείται στο προπάνιο και στο υγραέριο.
Κίνδυνοι για ανθρώπινο δυναμικό
Όπως αντιλαμβανόμαστε από την προηγούμενη ενότητα υπάρχουν πολλαπλοί κίνδυνοι από τη χρήση των αερίων στη βιομηχανία και όχι μόνο. Δεν είναι εύκολο να εστιάσουμε σε συγκεκριμένους κινδύνους καθώς κάθε αέριο συσχετίζεται με συγκεκριμένους κινδύνους ενώ μεγάλη σημασία έχει και ο τρόπος αποθήκευσης και διανομής. Προσπαθώντας όμως να ομαδοποιήσουμε τους πιο σημαντικούς τότε αναμφισβήτητα μπορούμε να θέσουμε ότι η διαρροή αερίων μπορεί να προκαλέσει έκρηξη, πυρκαγιά, σημαντικά προβλήματα στο αναπνευστικό σύστημα των ανθρώπων και γενικότερα στην υγεία τους, να προκαλέσει δερματικά ασθένειες με την επαφή τους ειδικά σε περίπτωση που ένα αέριο υγροποιηθεί όπως παραδείγματος χάρη με το άζωτο όταν μεταβεί σε υγρή φάση.
Νομοθεσία και Κανονισμοί
Όπως αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω και από την πολυπλοκότητα των χρήσεων των αερίων είναι δύσκολο να υπάρχει μια ενιαία νομοθεσία που να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις.
Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες κανονισμών που προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται η ανίχνευση των αερίων και ανάλογα να προδιαγράφονται τα συστήματα αντιμετώπισης εκρήξεων και πυρκαγιών που σχετίζονται με τη χρήση των αερίων. Η μία μεγάλη κατηγορία είναι οι κανονισμοί χρήσης φυσικού αερίου και υγραερίου ή προπανίου στους οποίους γίνεται αναφορά στις προδιαγραφές που θα πρέπει να ακολουθούν τα λεβητοστάσια στα οποία γίνεται χρήση αυτών των καυσίμων. Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία είναι οι οδηγίες ATEX και συγκεκριμένα οι ATEX Directives ATEX 2014/34/EU που προδιαγράφει τον εξοπλισμό σε εκρήξιμες ατμόσφαιρες και η ATEX 1999/92/EC (ATEX Workplace) που προδιαγράφει τις υποχρεώσεις σε χώρους εργασίας.
Επίσης για την ανίχνευση τοξικών αερίων που χρησιμοποιούνται κυρίως σε διεργασίες όπως τα CO, NH₃, H₂S υπάρχει η σειρά Ευρωπαϊκών προτύπων EN 45544 ενώ ειδικά για την ανίχνευση CΟ σε κλειστούς χώρους στάθμευσης χρησιμοποιείται το πρότυπο EN 50545 για ανιχνευτές CO & NO₂ σε χώρους στάθμευσης σε συνδυασμό με την υφιστάμενη νομοθεσία Πυροπροστασίας.
Ανατρέχοντας πάλι στις δύο μεγάλες κατηγορίες νομοθετημάτων εκείνων των κανονισμών για χρήση αερίων καυσίμων και τη νομοθεσία ATEX θα πρέπει να αναδείξουμε ότι συνήθως οι χώροι λεβητοστασίου δεν εμπίπτουν στη νομοθεσία ATEX καθώς θεωρείται ότι καλύπτονται επαρκώς από τους κανονισμούς που ισχύουν. Οι οδηγίες ATEX εστιάζουν κυρίως στον εντοπισμό χώρων όπου μπορεί να δημιουργηθεί μείγμα: καύσιμου αερίου, ατμών, ομίχλης ή σκόνης με τον αέρα σε επικίνδυνη συγκέντρωση.Δεν εξετάζουν «τύπο χώρου» αλλά: πιθανότητα διαρροής, διάρκεια παρουσίας , αερισμό και πηγές ανάφλεξης.
Οπότε, σε ότι αφορά τους κρίσιμους μηχανολογικούς χώρους όπου γίνεται χρήση καυσίμων αερίων υπάρχουν οι αντίστοιχοι ελληνικοί κανονισμοί για τη χρήση φυσικού αερίου, υγραερίου και προπάνιου.: Σε ότι αφορά τα λεβητοστάσια που λειτουργούν με φυσικό αέριο ισχύει ο Ελληνικός Κανονισμός Εσωτερικών Εγκαταστάσεων Φυσικού Αερίου. Για τις εγκαταστάσεις μέχρι 500 mbar ισχύεο η Υπουργική Απόφαση Δ3/Α/οικ.6598/2012 — ΦΕΚ 976/Β/28-03-2012 ενώ για τις εγκαταστάσεις μέχρι 1 bar (που αναφέρεται κυρίως στα βιομηχανικά λεβητοστάσια) ισχύει η παλιότερη Υπουργική Απόφαση Δ3/Α/11346/2003 — ΦΕΚ 963/Β/15-07-2003/
Σε ότι αφορά το υγραέριο ή προπάνιο ισχύει ο βασικός κανονισμός LPG που περιέχεται στην Υπουργική Απόφαση Υ.Α 31856/2003 — ΦΕΚ 1257/Β/03-09-2003 Επίσης, σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται και η νομοθεσία για δεξαμενές LPG που περιέχουν σε υγρή φάση το καύσιμο που θα χρησιμοποιηθεί και η οποία περιέχεται στην Υ.Α. οικ. 32880/2038/2009 — ΦΕΚ 1221/Β/22-06-2009. Ειδικά όμως για τη βιομηχανία σε ότι αφορά το υγραέριο ισχύει ως βασική νομοθεσία η Υπουργική Απόφαση Δ3/14858/93 «Καθορισμός τεχνικών προδιαγραφών διαμόρφωσης, σχεδίασης, κατασκευής, ασφαλούς λειτουργίας και πυροπροστασίας εγκαταστάσεων αποθήκευσης, εμφιάλωσης, διακίνησης και διανομής υγραερίου καθώς και εγκαταστάσεων για τη χρήση αυτού σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. (ΦΕΚ 477/Β/1-7-93)» . Παράλληλα για τις εγκαταστάσεις αερίων καυσίμων ισχύουν και πρέπει να εφαρμόζονται και τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα EN 1775 (Gas supply systems in buildings), EN 15502 και EN 676 (λέβητες και καυστήρες αερίου), EN 16129 (ρυθμιστές πίεσης LPG) και EN 50194-1 (ανιχνευτές καύσιμων αερίων).
Συνοπτικά τώρα από όλους τους προηγούμενους κανονισμούς προκύπτει ότι σε κάθε εγκατάσταση λεβητοστασίου αερίου καυσίμου θα πρέπει να εγκαθίστανται σύστημα ανίχνευσης διαρροής καυσίμου αερίου με αισθητήρες κατάλληλου τύπου (CH₄ σε υψηλή στάθμη ή LPG σε χαμηλή στάθμη, ανάλογα με το καύσιμο), συνδεδεμένο με κεντρική μονάδα ελέγχου, οπτικοακουστικό συναγερμό και ηλεκτροβάνα αυτόματης διακοπής παροχής του καυσίμου. Επίσης, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ο αερισμός του χώρου σύμφωνα με τις απαιτήσεις των παραπάνω κανονισμών, ώστε να αποτρέπεται η δημιουργία επικίνδυνων συγκεντρώσεων αερίου. Οπότε αφού ισχύουν όλα τα παραπάνω και με βάση την εκτίμηση κινδύνου και τη φύση της εγκατάστασης δεν απαιτείται ταξινόμηση εκρηκτικών ζωνών (ATEX, εφόσον τηρούνται τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας και εξαερισμού.
Η νομοθεσία ATEX εφαρμόζεται προφανώς σε άλλες περιπτώσεις όπως σε εγκαταστάσεις δυιλιστήριων και μεγάλης αποθήκευσης και διανομής αερίων καυσίμων, σε χημικές βιομηχανίες όπου γίνεται και χρήση εύφλεκτων και εκρηκτικών διαλυτών και σε ειδικές βιομηχανίες όπου γίνεται χρήση σκόνης όπως παραδείγματος χάρη το αλεύρι καθώς κάθε σκόνη υπό συγκεκριμένες συνθήκες και περιεκτικότητες μπορεί να γίνει ιδιαίτερα εκρηκτική.
Τεχνολογίες ανίχνευσης
Η ανίχνευση αερίων σε βιομηχανικές και κτιριακές εγκαταστάσεις βασίζεται σε διαφορετικές τεχνολογίες αισθητήρων, οι οποίες επιλέγονται ανάλογα με το είδος του αερίου, την απαιτούμενη ακρίβεια, τον χρόνο απόκρισης και τις συνθήκες λειτουργίας. Οι πιο διαδεδομένες τεχνολογίες είναι οι ηλεκτροχημικοί, καταλυτικοί, υπέρυθροι (IR) καθώς και οι ανιχνευτές φωτοϊονισμού (PID).
Οι ηλεκτροχημικοί αισθητήρες χρησιμοποιούνται κυρίως για την ανίχνευση τοξικών αερίων και οξυγόνου, όπως CO, H₂S, NO₂ και O₂ που όπως είπαμε χρησιμοποιούνται κυρίως σε βιομηχανικές διεργασίες. . Η λειτουργία τους βασίζεται σε χημική αντίδραση που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα ανάλογο της συγκέντρωσης του αερίου. Προσφέρουν υψηλή ακρίβεια και καλή επιλεκτικότητα, γεγονός που τους καθιστά κατάλληλους για χώρους στάθμευσης, λεβητοστάσια και βιομηχανικές εφαρμογές. Ωστόσο, έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής και επηρεάζονται από θερμοκρασία και υγρασία, οπότε απαιτούν περιοδική βαθμονόμηση.
Οι καταλυτικοί αισθητήρες (catalytic bead ή pellistor) χρησιμοποιούνται ευρέως για την ανίχνευση εύφλεκτων αερίων, όπως φυσικό αέριο και υγραέριο. Λειτουργούν με καύση του αερίου πάνω σε καταλυτικό στοιχείο, προκαλώντας μεταβολή στην αντίσταση που μετατρέπεται σε σήμα μέτρησης. Είναι αξιόπιστοι για μετρήσεις σε ποσοστό %LEL, με γρήγορο χρόνο απόκρισης και σχετικά χαμηλό κόστος.
Οι υπέρυθροι αισθητήρες (Infrared – IR) βασίζονται στην απορρόφηση υπέρυθρης ακτινοβολίας από μόρια υδρογονανθράκων. Χρησιμοποιούνται κυρίως για ανίχνευση καυσίμων αερίων και CO₂, προσφέροντας μεγάλη σταθερότητα, αντοχή σε δηλητηρίαση και χαμηλές απαιτήσεις συντήρησης. Είναι ιδιαίτερα κατάλληλοι για βιομηχανικά περιβάλλοντα και εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή αξιοπιστία. Το βασικό τους μειονέκτημα είναι το μεγαλύτερο αρχικό κόστος σε σχέση με άλλες τεχνολογίες.
Οι αισθητήρες φωτοϊονισμού (PID – Photoionization Detectors) χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση πτητικών οργανικών ενώσεων (VOCs) και διαλυτών σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις (ppm ή ppb). Λειτουργούν μέσω υπεριώδους ακτινοβολίας που ιονίζει τα μόρια του αερίου, δημιουργώντας ρεύμα ανάλογο της συγκέντρωσης. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι σε χημικές βιομηχανίες, εργαστήρια και χώρους με οργανικούς ατμούς. Παρότι παρέχουν υψηλή ευαισθησία, δεν είναι κατάλληλοι για όλες τις εφαρμογές
Προφανώς και η επιλογή της κατάλληλης τεχνολογίας ανίχνευσης εξαρτάται από το είδος του κινδύνου, τις περιβαλλοντικές συνθήκες και τις απαιτήσεις ασφαλείας της εγκατάστασης. Συχνά, σε σύγχρονα συστήματα χρησιμοποιείται συνδυασμός διαφορετικών αισθητήρων ώστε να επιτυγχάνεται αξιόπιστη και ολοκληρωμένη επιτήρηση της ποιότητας του αέρα και της ασφάλειας του χώρου.
Μια άλλη κατηγοριοποίηση των ανιχνευτών είναι και ο τρόπος χρήση τους. Υπάρχουν οι σταθεροί ανιχνευτές που συνδέονται είτε μέσω καλωδίου είτε μέσω ασύρματης διασύνδεσης με ένα κεντρικό πίνακα και δίνουν εκεί την ένδειξη. Αλλά υπάρχουν και οι φορητές συσκευές ανίχνευσης αερίων που είναι παρά πολύ χρήσιμες για ένα μεγάλο φάσμα εφαρμογών. Επίσης, οι φορητές συσκευές μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για επιβεβαίωση μιας ένδειξης ύπαρξης αερίου όταν υπάρχουν ενδείξεις για false alarm από το κεντρικό σύστημα ανίχνευσης.
Σε κάθε περίπτωση πλέον υπάρχουν λύσεις τόσο σταθερές όσο και φορητές που επιτρέπουν την έγκαιρη και γρήγορη διάγνωση κάθε διαρροής ώστε να υπάρχει χρόνος για όλες τις απαραίτητες ενέργειες επισκευής της βλάβης. Ειδικά, σε ότι αφορά τα μόνιμα συστήματα ανίχνευσης πλέον είναι εφικτν στη διάθεση τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Επίσης, ακόμα περισσότερο με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης υπάρχει η δυνατότητα για να ελέγχονται όλα τα σήματα και να φιλτράρονται εκείνα που όντως στοιχειοθετούν πιθανότητα διαρροής. Παράλληλα αφού όλα τα συστήματα θα είναι διασυνδεδεμένα μπορούν να ενεργοποιούνται και οι επιπρόσθετες δικλείδες ασφαλείας όπως η διακοπή παροχή αερίων μέσω των κατάλληλων ηλεκτροβανων σύνδεσης.
Μειώνοντας το ρίσκο
Όσο η χρήση των αερίων στη βιομηχανία αυξάνεται τόσο πιο επιτακτική γίνεται και η χρήση κατάλληλων συστημάτων ανίχνευσης ανάλογα με το τύπο του αερίου και την εφαρμογή. Οι τεχνολογίες ανίχνευσης βελτιώνονται συνέχεια ενώ και τα πρωτόκολλα ανίχνευσης επικαιροποιούνται καθώς ανατροφοδοτούνται από τις γνώσεις που λαμβάνουμε μέσω της πρακτικής εμπειρίας αλλά και της θεωρητικής εμβάθυνσης της συμπεριφοράς των αερίων.
Για αυτό το λόγο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση οι τελικοί χρήστες να επαναπαύονται σε υφιστάμενες τεχνολογίες ή να θεωρούν ότι έχουν λύσει το πρόβλημα απλώς αγνοώντας το. Διότι πολλές φορές έχουμε γίνει μάρτυρες στάσεων από υπεύθυνους των επιχειρήσεων που αρνούνται να δουν ότι υπάρχει θέμα με την επικινδυνότητα των αερίων. Άλλοτε, χρησιμοποιούν ως επιχείρημα ότι μέχρι τώρα αυτές τις πρακτικές ακολουθούσαμε και δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα ή άλλοτε θεωρούν ότι ένα υφιστάμενο αλλά παρωχημένο σύστημα μπορεί να είναι αποτελεσματικό χωρίς να είναι απαραίτητη η αναβάθμιση ή ακόμα και η αντικατάσταση του.
Αυτού του είδους οι πρακτικές είναι επικίνδυνες και οδηγούν σε τραγικά συμβάντα όπως αυτά της πρόσφατης επικαιρότητας. Αυτό που χρειάζεται είναι συνεχής επιμόρφωση στις νέες τεχνολογίες ανίχνευσης, διερεύνηση λύσεων που θα βελτιώσουν την υφιστάμενη κατάσταση και προσπάθεια ανάδειξης όλων των πιθανών επικίνδυνων καταστάσεων που μπορούν να δημιουργηθούν.
Πλέον υπάρχουν διαθέσιμες τεχνολογίες ανίχνευσης για κάθε εφαρμογή και θα πρέπει σε συνεργασία με τους ειδικούς να γίνεται ενδελεχής συζήτηση για την προμήθεια του κατάλληλου συστήματος. Ακόμη και αν αυτές φαίνονται λύσεις ιδιαίτερα υψηλού κόστους, η τελική αλήθεια είναι ότι η αποτροπή ενός ατυχήματος και η αξία της ανθρώπινης ζωής είναι πολύ πιο σημαντικές από το οποιοδήποτε κόστος που απαιτείται για την υλοποίηση ενός αποτελεσματικού συστήματος ανίχνευσης.




























