Ασφάλεια στα Γήπεδα: Ώρα για κανονικότητα
Με αφορμή το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους, το οποίο εστιάζει στην ασφάλεια μεγάλων εκδηλώσεων και ειδικότερα των αθλητικών γεγονότων, θα ήθελα να καταθέσω τη δική μου άποψη για αυτό το σημαντικό θέμα. Όχι μέσα από μια αμιγώς τεχνοκρατική προσέγγιση, αλλά βιωματικά, ως φίλαθλος που συνεχίζει να πηγαίνει σε ποδοσφαιρικά γήπεδα από πολύ μικρή ηλικία.
Οι παθογένειες του ελληνικού αθλητισμού, οι ανεπάρκειες στην ασφάλεια των αθλητικών εγκαταστάσεων, τα επεισόδια και όλα όσα γνωρίζουμε ότι συμβαίνουν εδώ και δεκαετίες στα γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, έχουν κατά καιρούς βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Συνήθως, όμως, αυτό συμβαίνει μόνο μετά από γεγονότα με τραγικές συνέπειες, γεγονός που καταδεικνύει μια αποσπασματική αντιμετώπιση και όχι μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Τα αθλητικά γεγονότα, και ιδιαίτερα οι δημοφιλείς διοργανώσεις και αγώνες, αποτελούν μαζικές κοινωνικές εκδηλώσεις. Στον σύγχρονο κόσμο οφείλουν να προσφέρουν στους συμμετέχοντες όχι μόνο το αυτονόητο –την ασφάλεια– αλλά και μια ολοκληρωμένη και ευχάριστη εμπειρία. Αυτή θα πρέπει να αποτελεί βασική μέριμνα τόσο για όσους σχεδιάζουν τις πολιτικές όσο και για εκείνους που καλούνται να εφαρμόσουν τα απαραίτητα μέτρα.
Πολλές φορές έχει τεθεί το ερώτημα αν στην ασφάλεια των γηπέδων θα πρέπει να συμμετέχει στρατηγικά και επιχειρησιακά η Ελληνική Αστυνομία. Υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι η δημόσια δύναμη ασφάλειας δεν θα πρέπει να εμπλέκεται στη διαχείριση αθλητικών εκδηλώσεων που διοργανώνονται από ιδιωτικές εταιρείες. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Από τη στιγμή που τα αθλητικά γεγονότα προσελκύουν χιλιάδες θεατές, πρόκειται αναμφίβολα για ζήτημα δημόσιας ασφάλειας. Συνεπώς, η συμμετοχή της Ελληνικής Αστυνομίας, τόσο σε στρατηγικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο, είναι αναγκαία, πάντοτε όμως στο πλαίσιο του διακριτού της ρόλου και σε συνεργασία με τις ιδιωτικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφάλειας που επίσης έχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Αυτό που πραγματικά προκαλεί προβληματισμό και δυστυχώς αποτελεί σχεδόν ελληνική ιδιαιτερότητα είναι η διεξαγωγή αγώνων χωρίς φιλάθλους της φιλοξενούμενης ομάδας ή ακόμη και χωρίς καθόλου θεατές, όπως έχει συμβεί αρκετές φορές με κρατική απόφαση έπειτα από εισήγηση των αρμόδιων αρχών. Μια τέτοια πρακτική συνιστά, ουσιαστικά, παραδοχή αδυναμίας ομαλής διεξαγωγής ενός αθλητικού γεγονότος υπό φυσιολογικές συνθήκες.
Δεν νοείται ένα σύγχρονο κράτος να δηλώνει αδυναμία διεξαγωγής ενός αγώνα ποδοσφαίρου ή μπάσκετ με τους όρους που αυτός διεξάγεται στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Τα επιχειρησιακά σχέδια υπάρχουν, οι τεχνολογίες εξελίσσονται και αξιοποιούνται, το θεσμικό πλαίσιο είναι διαθέσιμο. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί ο τρόπος ώστε να περάσουμε και στη χώρα μας σε μια νέα φάση κανονικότητας.
Σε κάθε περίπτωση, η Πολιτεία, οι σύλλογοι, οι οπαδοί και όλοι οι εμπλεκόμενοι οφείλουν να αντιληφθούν τον διακριτό τους ρόλο και τη δική τους ευθύνη. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να διαμορφώσουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στους πολίτες να απολαμβάνουν με ασφάλεια όλα όσα προσφέρει ο αθλητισμός: το πάθος, τη συγκίνηση, τη χαρά και τη συλλογική εμπειρία.
Αρχισυντάκτης
Security Manager




















