To ESG ενισχύσει την αξία του κλάδου της ασφάλειας
Πώς η βιωσιμότητα μετατρέπει τις λύσεις και τις υπηρεσίες από κόστος σε επένδυση
Του Χρήστου Κοτσακά
Ο κλάδος της φυσικής ασφάλειας, ο οποίος επί χρόνια παρέμενε εγκλωβισμένος στην περιοριστική και συχνά υποτιμητική αντίληψη της «αναγκαίας δαπάνης», βιώνει σήμερα έναν δομικό μετασχηματισμό που επαναπροσδιορίζει ριζικά την αξία του στο σύγχρονο επιχειρηματικό γίγνεσθαι. Μέσα σε αυτόν τον μετασχηματισμό έρχεται να αναδειχθεί και ο ρόλος του ESG (Environmental, Social, Governance) ως μια απαίτηση που θα ενισχύσει αυτή την αξία.
Σε μια εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας και τεχνολογικής επιτάχυνσης, η παγκόσμια αγορά υπηρεσιών φυσικής ασφάλειας παρουσιάζει μια δυναμική που εκπλήσσει τους αναλυτές. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες από οίκους όπως η Coherent Market Insights και η Grand View Research, η αξία της αγοράς υπηρεσιών για το 2025 εκτιμάται ότι κινείται σε ένα εύρος που ξεκινά από τα 108,4 δισ. ευρώ και φτάνει, κατά τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, έως και τα 131,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτές τις μαζικές επενδύσεις δεν είναι πλέον αποκλειστικά η παραδοσιακή αποτροπή του εγκλήματος, αλλά η επιτακτική και αδιαπραγμάτευτη ανάγκη για εταιρική ανθεκτικότητα και βιώσιμη ανάπτυξη. Το 2026 βρίσκει τις επιχειρήσεις του χώρου να μην αξιολογούνται μόνο βάσει της τεχνολογικής τους αρτιότητας, αλλά και βάσει της ικανότητάς τους να ενσωματώνουν τα κριτήρια ESG (Environmental, Social, Governance) στον πυρήνα της στρατηγικής τους, μετατρέποντας την ασφάλεια σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και δείκτη ποιότητας διοίκησης.
Η οικονομική δυναμική του κλάδου διαγράφεται ισχυρή αλλά και εξαιρετικά απαιτητική για τους παίκτες που αδυνατούν να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, ο κλάδος του εξοπλισμού φυσικής ασφάλειας αναμένεται να ακολουθήσει ανοδική τροχιά, αυξανόμενος από τα 54,6 δισ. ευρώ στα 63,6 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη διετία. Παράλληλα, η αγορά υπηρεσιών προβλέπεται να τρέξει με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) που, ανάλογα με την πηγή ανάλυσης, κυμαίνεται μεταξύ 4,6% και 7% έως το 2031. Είναι κρίσιμο, ωστόσο, να γίνει αντιληπτό ότι η ανάπτυξη αυτή δεν θα διαχυθεί οριζόντια σε όλη την αγορά. Θα κατευθυνθεί επιλεκτικά και δυσανάλογα σε εκείνους τους παρόχους που μπορούν να τεκμηριώσουν μετρήσιμα αποτελέσματα στους τομείς της περιβαλλοντικής ευθύνης και της εταιρικής διακυβέρνησης. Οι επενδυτές και οι μεγάλοι εταιρικοί πελάτες αναζητούν πλέον συνεργάτες που αποδεικνύουν ότι η ασφάλεια αποτελεί στρατηγικό κεφάλαιο βιωσιμότητας και όχι απλώς μια γραμμή στον ετήσιο προϋπολογισμό.
Η κυβερνοασφάλεια ως ρυθμιστής επιβίωσης
Η πιο άμεση, πιεστική και υπαρξιακής φύσεως αλλαγή στο τοπίο της ασφάλειας προέρχεται από τον πυλώνα της Διακυβέρνησης (Governance), όπου η σύγκλιση φυσικής και ψηφιακής ασφάλειας έχει καταστεί πλέον ρυθμιστικός μονόδρομος. Η εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας NIS2, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον Νόμο 5160/2024 (ΦΕΚ A’/195/27-11-2024), άλλαξε ριζικά τους κανόνες του παιχνιδιού. Εν μία νυκτί, εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και Κέντρα Λήψης Σημάτων μετατράπηκαν από απλούς υπεργολάβους φύλαξης σε οντότητες κρίσιμων υποδομών, υπαγόμενες σε αυστηρότατο έλεγχο. Πλέον, η κυβερνοασφάλεια δεν αποτελεί αρμοδιότητα ενός τμήματος IT, αλλά ευθύνη που βαραίνει προσωπικά και αμετάκλητα τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων. Όπως ορίζει το άρθρο 15 του νόμου για τις «Βασικές Οντότητες», η μη συμμόρφωση μπορεί να επιφέρει διοικητικά πρόστιμα που φτάνουν τα 10 εκατομμύρια ευρώ ή το 2% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης, ποσά ικανά να απειλήσουν τη βιωσιμότητα ακόμα και μεγάλων πολυεθνικών ομίλων.
Η νομοθεσία επιβάλλει ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα αναφοράς περιστατικών, το οποίο δοκιμάζει τις επιχειρησιακές αντοχές κάθε οργανισμού και απαιτεί αντανακλαστικά που ελάχιστες εταιρείες διέθεταν στο παρελθόν. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Νόμου 5160/2024, οι επιχειρήσεις οφείλουν να παρέχουν μια «πρώιμη προειδοποίηση» εντός μόλις 24 ωρών από τη στιγμή που λαμβάνουν γνώση ενός περιστατικού κυβερνοασφάλειας. Ακολουθεί μια λεπτομερής «ειδοποίηση περιστατικού» εντός 72 ωρών, όπου πρέπει να γίνει η πρώτη αξιολόγηση της σοβαρότητας και των επιπτώσεων, και τέλος, μια πλήρης τελική έκθεση εντός ενός μηνός από την επίλυση του ζητήματος. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί ένα περιβάλλον απόλυτης διαφάνειας, όπου η απόκρυψη ευπαθειών καθίσταται πρακτικά αδύνατη, ενώ αναδεικνύει τον ρόλο του Υπευθύνου Ασφάλειας Συστημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών σε κεντρικό ρυθμιστή της επιχειρησιακής συνέχειας.
Εξίσου κρίσιμη είναι η διάσταση της ασφάλειας στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ο νέος νόμος υποχρεώνει τις ρυθμιζόμενες οντότητες (π.χ. τράπεζες, ενέργεια, υγεία) να ελέγχουν εξονυχιστικά το επίπεδο ασφαλείας των προμηθευτών τους. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι μια εταιρεία security που εγκαθιστά κάμερες με ευπάθειες λογισμικού ή δεν διαθέτει πιστοποιημένες διαδικασίες ασφαλείας, μετατρέπεται αυτόματα σε «τοξικό» συνεργάτη. Με αυτό τον τρόπο, η αγορά οδηγείται σε βίαιη ωρίμανση και εξυγίανση. Οι πάροχοι που δεν μπορούν να τεκμηριώσουν το επίπεδο των υπηρεσιών τους -ιδανικά μέσω προτύπων όπως το ISO 27001, το οποίο, αν και δεν είναι ρητά υποχρεωτικό για όλους, λειτουργεί de facto ως «διαβατήριο» για τη συνεργασία με τις ρυθμιζόμενες οντότητες- αποκλείονται από τα σημαντικότερα έργα, ανεξαρτήτως της ποιότητας των φυσικών τους υπηρεσιών.
Το πράσινο παράδοξο των δεδομένων
Στον περιβαλλοντικό πυλώνα (Environmental), ο κλάδος καλείται να επιλύσει το «παράδοξο της ψηφιακής ασφάλειας». Ενώ η ψηφιοποίηση μειώνει τις εκπομπές ρύπων από τις φυσικές περιπολίες οχημάτων, αυξάνει δραματικά το ενεργειακό αποτύπωμα λόγω της διαχείρισης και αποθήκευσης δεδομένων. Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA), τα κέντρα δεδομένων που υποστηρίζουν την αποθήκευση cloud και την επεξεργασία AI καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως αναφέρει η IEA, μια τυπική εγκατάσταση κέντρου δεδομένων εστιασμένη στην εκπαίδευση μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να καταναλώνει ενέργεια ισοδύναμη με αυτή 100.000 νοικοκυριών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Cisco και άλλων αναλυτών, το βίντεο αποτελεί πλέον περίπου το 82% της συνολικής διαδικτυακής κίνησης, η αποθήκευση δεδομένων ασφαλείας επιβαρύνει δραματικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των επιχειρήσεων (Scope 3 emissions), καθιστώντας το παραδοσιακό μοντέλο κεντρικής αποθήκευσης μη βιώσιμο μακροπρόθεσμα.
Η τεχνολογική απάντηση σε αυτή την πρόκληση έρχεται μέσω της καινοτομίας στο άκρο του δικτύου (Edge Computing), όπου η επεξεργασία και η αποθήκευση μεταφέρονται απευθείας στη συσκευή. Σύγχρονες κάμερες ενσωματώνουν πλέον δίσκους SSD υψηλής χωρητικότητας και λογισμικό διαχείρισης βίντεο (VMS) απευθείας στο σώμα της συσκευής, καταργώντας την ανάγκη για ενεργοβόρους κεντρικούς διακομιστές. Αυτή η «serverless» αρχιτεκτονική εξαλείφει την ανάγκη για ξεχωριστά server rooms και συστήματα κλιματισμού, μειώνοντας δραστικά την κατανάλωση ενέργειας. Παράλληλα, η χρήση AI στο άκρο (Edge AI) επιτρέπει τη μετάδοση μόνο metadata αντί για συνεχή ροή βίντεο, αποφορτίζοντας τα δίκτυα.
Πέρα από την ενέργεια, η μετάβαση στην Κυκλική Οικονομία επιβάλλει την πλήρη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο κατασκευάζεται και διατίθεται ο εξοπλισμός ασφαλείας. Οι κατασκευαστές υιοθετούν πλέον πρακτικές όπως η χρήση ανακυκλωμένων πλαστικών υψηλής αντοχής και η κατάργηση επιβλαβών ουσιών όπως το PVC, ενώ επιδιώκουν περιβαλλοντικές πιστοποιήσεις από αναγνωρισμένους φορείς. Η επίτευξη στόχων Zero Waste to Landfill (μηδενικά απόβλητα σε χώρους υγειονομικής ταφής) από μεγάλες μονάδες παραγωγής ηλεκτρονικών σηματοδοτεί μια νέα εποχή, όπου το υλικό αποτύπωμα μιας κάμερας αξιολογείται με την ίδια αυστηρότητα που αξιολογείται η ανάλυση της εικόνας της.
Οικονομική αξιολόγηση και εργασιακό στοίχημα
Μια πτυχή που συχνά παραβλέπεται αλλά αποτελεί τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης για τον μετασχηματισμό του κλάδου, είναι η άμεση συσχέτιση των κριτηρίων ESG με την οικονομική αξιολόγηση (Valuation) και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (Private Equity) και οι θεσμικοί επενδυτές, ενσωματώνουν πλέον έλεγχο ESG (ESG Due Diligence) ως απαράβατο προαπαιτούμενο πριν από κάθε συμφωνία εξαγοράς, θεωρώντας τις εταιρείες με χαμηλή περιβαλλοντική βαθμολογία ή επισφαλείς εργασιακές πρακτικές ως επενδύσεις «υψηλού ρίσκου» που επιφέρουν χαμηλότερη αποτίμηση. Η οδηγία CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) επιβάλλει στις μεγάλες εταιρείες να δημοσιεύουν στοιχεία βάσει της αρχής της «διπλής ουσιαστικότητας» (double materiality) απαιτώντας από τις επιχειρήσεις να αναφέρουν πώς το περιβάλλον επηρεάζει τη λειτουργία τους, αλλά και πώς η ίδια η εταιρεία επηρεάζει την κοινωνία και το περιβάλλον.
Στον πυλώνα της Κοινωνίας (Social), ο κλάδος της φυσικής φύλαξης, ο οποίος, σύμφωνα με έκθεση της ASIS International απασχολεί παγκοσμίως πάνω από 30 εκατομμύρια εργαζομένους, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, λόγω του Νόμου 5239/2025. Το νέο εργασιακό πλαίσιο, επιτρέποντας την αύξηση των υπερωριών, ανοίγει θεωρητικά το δρόμο για εργασία έως και 13 ώρες την ημέρα, κάτι που ορισμένοι εργοδότες θα μπορούσαν να δουν ως λύση για την κάλυψη κενών σε βάρδιες. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη νομική και πρακτική λεπτομέρεια που ανατρέπει αυτόν τον σχεδιασμό: η ρητή υποχρέωση για 11 ώρες συνεχόμενης ανάπαυσης εντός του 24ώρου. Αυτή η προϋπόθεση καθιστά την εφαρμογή της 13ωρης εργασίας εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη (αφού 13 ώρες εργασίας σου 11 ώρες ανάπαυσης καλύπτουν πλήρως το 24ωρο, μη αφήνοντας χρόνο για μετακίνηση ή αλλαγή βάρδιας) για το κυλιόμενο ωράριο των εταιρειών φύλαξης. Το γεγονός αυτό λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας, υπενθυμίζοντας ότι η κόπωση του προσωπικού παραμένει μείζον κίνδυνος ασφαλείας και ότι η βιωσιμότητα του κλάδου δεν μπορεί να βασίζεται στην εξουθένωση του ανθρώπινου δυναμικού.
Παράλληλα, η τεχνολογία αναλαμβάνει ρόλο «ψηφιακού συνοδού» για τους εργαζομένους, ιδιαίτερα για όσους εκτελούν μοναχική εργασία σε απομακρυσμένες εγκαταστάσεις. Η χρήση φορητών συσκευών με ενσωματωμένα «κουμπιά πανικού» και συστήματα ανίχνευσης πτώσης συνδέει τους φύλακες άμεσα με τα Κέντρα Λήψης Σημάτων, διασφαλίζοντας άμεση απόκριση σε περίπτωση κινδύνου. Επιπλέον, η υποχρεωτική εκπαίδευση σε Πρώτες Βοήθειες και τεχνικές αντιμετώπισης πνιγμονής, η οποία για επιχειρήσεις άνω των 50 ατόμων απαιτεί πλέον πιστοποιημένη κατάρτιση από ειδικούς φορείς, αναβαθμίζει τον ρόλο του φύλακα σε άτομο πρώτης απόκρισης, προσθέτοντας ουσιαστική αξία στο κοινωνικό σύνολο.
Προς την ολική ανθεκτικότητα και τις έξυπνες πόλεις
Η επίδραση του κλάδου επεκτείνεται πλέον πέρα από τα μεμονωμένα κτίρια, διαμορφώνοντας τον ιστό των σύγχρονων αστικών κέντρων όπου η έννοια της «Έξυπνης Πόλης» ταυτίζεται με την «Ασφαλή Πόλη». Τα σύγχρονα συστήματα ασφαλείας λειτουργούν ως πολύ-αισθητήρες που συμβάλλουν στη βιωσιμότητα, ρυθμίζοντας για παράδειγμα τη ροή της κυκλοφορίας για τη μείωση των ρύπων ή ελέγχοντας τον έξυπνο φωτισμό για εξοικονόμηση ενέργειας. Ωστόσο, η διαχείριση αυτών των δεδομένων απαιτεί αυστηρή τήρηση ηθικών προτύπων και συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό AI Act. Ο κανονισμός αυτός θέτει αυστηρά χρονοδιαγράμματα, με τις απαιτήσεις συμμόρφωσης για συστήματα υψηλού κινδύνου, στα οποία συχνά εμπίπτουν οι εφαρμογές βιομετρικής ασφάλειας, να τίθενται σε πλήρη εφαρμογή τον Αύγουστο του 2026.
Κοιτάζοντας προς το 2030, ο διαχωρισμός μεταξύ φυσικής και ψηφιακής ασφάλειας θα έχει εξαλειφθεί πλήρως, δίνοντας τη θέση του στην έννοια της «Ασφαλούς Ανθεκτικότητας». Οι επιχειρήσεις που θα επιβιώσουν και θα αναπτυχθούν είναι εκείνες που θα αντιληφθούν έγκαιρα ότι η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια, την πράσινη τεχνολογία και την ευημερία του ανθρώπινου δυναμικού δεν αποτελεί κόστος, αλλά την ουσιαστική «άδεια λειτουργίας» για το μέλλον. Η ασφάλεια του αύριο είναι ψηφιακά θωρακισμένη, περιβαλλοντικά ουδέτερη και βαθιά ανθρωποκεντρική, αποτελώντας τον ακρογωνιαίο λίθο για έναν βιώσιμο και ασφαλή κόσμο.























